Η Ευρώπη βιώνει μια μακροχρόνια μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών - Οι παραδοσιακές κεντροδεξιές και κεντροαριστερές δυνάμεις χάνουν μέρος της ιστορικής επιρροής τους, ενώ πατριωτικά και ριζοσπαστικά κόμματα ενισχύουν τη δυναμική τους
Κάτι βαθύτερο από έναν συνηθισμένο κύκλο κοινωνικών διαμαρτυριών εξελίσσεται στην Ευρώπη.
Οι δρόμοι γεμίζουν από νέους ανθρώπους που δεν πιστεύουν πλέον ότι οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να τους προσφέρουν μια καλύτερη ζωή.
Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενη κοινωνική πίεση, ενώ οι πολιτικές ισορροπίες που κυριάρχησαν επί δεκαετίες εμφανίζουν ολοένα μεγαλύτερες ρωγμές.
Το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο η έκταση των κινητοποιήσεων, αλλά η γεωγραφική και κοινωνική τους διασπορά.
Από τα Βαλκάνια έως τη Δυτική Ευρώπη και από τις μεσογειακές χώρες μέχρι τα οικονομικά κέντρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταγράφονται διαφορετικές εκφράσεις μιας κοινής αγωνίας: ότι η οικονομική πρόοδος δεν μεταφράζεται πλέον σε κοινωνική ασφάλεια και πραγματικές ευκαιρίες για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η ισπανική El País, μεταξύ 15 Σεπτεμβρίου και 23 Οκτωβρίου καταγράφηκαν τουλάχιστον 177 κινητοποιήσεις σε δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες, με ιδιαίτερα έντονη παρουσία νέων, φοιτητών και εργατικών συνδικάτων.
Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία και στο Βέλγιο αντιπροσώπευαν περίπου το 80% των καταγεγραμμένων δράσεων.
Το γεγονός αυτό επιτρέπει μια κρίσιμη πολιτική εκτίμηση: η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη όχι απλώς με κρίση κυβερνήσεων, αλλά με κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης.
Σερβία: Όταν η εξέγερση μετατρέπεται σε εκλογική ανατροπή
Η πιο εντυπωσιακή απόδειξη της δυνατότητας των κοινωνικών κινημάτων να ανατρέψουν παγιωμένες πολιτικές ισορροπίες προέρχεται από τη Σερβία.
Στις πρόωρες κοινοβουλευτικές εκλογές της 25ης Οκτωβρίου, το φοιτητικό κίνημα, το οποίο αναπτύχθηκε έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια διαδηλώσεων, πέτυχε μια ιστορική νίκη απέναντι στο πολιτικό σύστημα του Aleksandar Vučić.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, με σχεδόν το 99% των ψήφων καταμετρημένο, η υποστηριζόμενη από τους φοιτητές εκλογική λίστα συγκέντρωνε 52,7%, εξασφαλίζοντας 139 από τις 250 κοινοβουλευτικές έδρες. Ο κυβερνητικός συνασπισμός περιοριζόταν στο 39,2% και στις 97 έδρες.
Οι κινητοποιήσεις είχαν ξεκινήσει μετά την κατάρρευση στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Novi Sad, τον Νοέμβριο του 2024, που στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους.
Σταδιακά, η αρχική απαίτηση για λογοδοσία μετατράπηκε σε ευρύτερη αμφισβήτηση της διαφθοράς, των κρατικών μηχανισμών και της συγκέντρωσης εξουσίας.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Το κίνημα δεν στηρίχθηκε αρχικά στους μηχανισμούς των παραδοσιακών κομμάτων.
Δημιουργήθηκε μέσα από τα πανεπιστήμια και κατάφερε να προσελκύσει πολίτες διαφορετικών ηλικιών και πολιτικών αντιλήψεων.
Η Σερβία δεν αποτελεί κράτος-μέλος της ΕΕ και η εκλογική αυτή ανατροπή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις πολιτικές των Βρυξελλών. Αποτελεί, ωστόσο, ισχυρό παράδειγμα της αποδυνάμωσης της εμπιστοσύνης σε εδραιωμένα πολιτικά συστήματα.
Το μήνυμα είναι σαφές: η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να ξεπεράσει το επίπεδο της διαμαρτυρίας και να μετατραπεί σε δύναμη ριζικής πολιτικής αλλαγής.

Γαλλία: Η κοινωνική οργή ξεπερνά τα πανεπιστήμια και τα σχολεία
Στη Γαλλία, οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν από την εκπαίδευση, αλλά γρήγορα εξελίχθηκαν σε ευρύτερη κοινωνική αμφισβήτηση.
Οι μαθητές διαμαρτυρήθηκαν για την έλλειψη εκπαιδευτικών, την υποβάθμιση των σχολικών εγκαταστάσεων και τις δυσκολίες πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
Στη συνέχεια, οι κινητοποιήσεις συνδέθηκαν με την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς, τις συντάξεις και το αυξημένο κόστος των καυσίμων.
Η μαζικότητα των διαδηλώσεων αποκάλυψε ότι οι δυσαρεστημένοι δεν περιορίζονται στη νεολαία.
Εργαζόμενοι, συνδικαλιστικές οργανώσεις και πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας αναγνωρίζουν κοινά προβλήματα στην καθημερινότητά τους.
Παράλληλα, ορισμένες κινητοποιήσεις συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια, καταστροφές και συγκρούσεις με την αστυνομία, γεγονός που προκάλεσε εκτεταμένες επιχειρήσεις ασφαλείας.
Είναι σημαντικό, ωστόσο, να μη συγχέεται το σύνολο των διαδηλωτών με όσους συμμετείχαν σε βίαιες ενέργειες.
Η γαλλική περίπτωση αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: η πολιτική αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης.
Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αμφισβητεί τη δυνατότητα ολόκληρου του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες.

Βέλγιο και Ιταλία: Η λιτότητα, οι κοινωνικές περικοπές και η αμφισβήτηση των κυβερνήσεων
Στο Βέλγιο, οι μαθητικές κινητοποιήσεις συνδέθηκαν με αντιδράσεις για τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και τις δημοσιονομικές περικοπές. Στις κινητοποιήσεις προστέθηκαν εργατικά συνδικάτα και άλλες κοινωνικές ομάδες, διαμαρτυρόμενες για την κυβερνητική οικονομική πολιτική.
Η ιδιαίτερη σημασία του Βελγίου βρίσκεται στο γεγονός ότι φιλοξενεί τους σημαντικότερους θεσμούς της ΕΕ.
Οι κοινωνικές αντιδράσεις στην ίδια τη χώρα όπου βρίσκεται το διοικητικό κέντρο της Ένωσης αναδεικνύουν τη δυσκολία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να συνδυάσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία με την κοινωνική προστασία.
Στην Ιταλία, οι διαδηλώσεις στρέφονται εναντίον της ακρίβειας, της υποχρηματοδότησης της δημόσιας εκπαίδευσης, της εργασιακής ανασφάλειας και της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών.
Εδώ εμφανίζεται μια σημαντική πολιτική αντίφαση.
Η κυβέρνηση της Giorgia Meloni προέρχεται από την εθνικιστική δεξιά, η οποία ενισχύθηκε μέσα από τη δυσαρέσκεια προς τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ.
Ωστόσο, τώρα η ίδια αντιμετωπίζει κοινωνικά κινήματα που αμφισβητούν τις επιλογές της.
Αυτό αποδεικνύει ότι η κρίση εκπροσώπησης δεν περιορίζεται στις κεντρώες, σοσιαλδημοκρατικές ή φιλελεύθερες κυβερνήσεις.
Μπορεί να επηρεάζει και πολιτικές δυνάμεις που αναδείχθηκαν με αντισυστημική ρητορική, όταν οι κυβερνητικές τους πολιτικές δεν ανταποκρίνονται στις κοινωνικές προσδοκίες.

Ισπανία και Πορτογαλία: Μια γενιά που αδυνατεί να αποκτήσει σπίτι
Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία κοινωνικής αντιπαράθεσης.
Για πολλούς νέους εργαζομένους, ακόμη και η πλήρης απασχόληση δεν εξασφαλίζει τη δυνατότητα ανεξάρτητης διαβίωσης.
Τα ενοίκια απορροφούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων, ενώ η αγορά κατοικίας μοιάζει όλο και πιο απρόσιτη.
Οι διαδηλώσεις, οι κατασκηνώσεις διαμαρτυρίας και οι διεκδικήσεις προστασίας από τις εξώσεις αναδεικνύουν μια σύγκρουση που ξεπερνά το στεγαστικό ζήτημα.
Αμφισβητείται η ίδια η υπόσχεση κοινωνικής κινητικότητας πάνω στην οποία στηρίχθηκε η μεταπολεμική ευρωπαϊκή ανάπτυξη.
Οι προηγούμενες γενιές μπορούσαν, υπό ευνοϊκότερες συνθήκες, να συνδέσουν την εργασία με την απόκτηση κατοικίας και τη δημιουργία οικογένειας.
Για πολλούς σημερινούς νέους, αυτή η διαδρομή δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Η εξέλιξη αυτή πλήττει τη νομιμοποίηση των κυβερνήσεων ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους ταυτότητα.
Όταν η οικονομία εμφανίζεται να αναπτύσσεται αλλά οι πολίτες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν βασικές συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες χάνουν μεγάλο μέρος της πολιτικής τους αξίας.

Αλβανία: Η διαφθορά ως καταλύτης της εξέγερσης
Στην Αλβανία, οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις εναντίον του πρωθυπουργού Edi Rama επικεντρώνονται σε καταγγελίες διαφθοράς, στην ανεργία και στην κατάσταση της εκπαίδευσης.
Οι νέοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, ενώ οι κινητοποιήσεις έχουν εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προκλήσεις για την κυβέρνηση.
Η Αλβανία, όπως και η Σερβία, βρίσκεται εκτός ΕΕ, αλλά η δυσαρέσκεια εκδηλώνεται μέσα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον οικονομικής ανασφάλειας και χαμηλής εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς.
Το κοινό στοιχείο είναι η αντίληψη ότι το κράτος δεν λειτουργεί πάντοτε προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά επηρεάζεται υπερβολικά από ισχυρά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.
Αυτή η αντίληψη, είτε επιβεβαιώνεται πλήρως είτε όχι σε κάθε επιμέρους περίπτωση, αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες πολιτικής αποσταθεροποίησης.
Η αποτυχία του ευρωπαϊκού μοντέλου: Ανάπτυξη χωρίς κοινωνική προοπτική;
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αναπόφευκτο: γιατί τόσοι νέοι άνθρωποι αισθάνονται ότι το οικονομικό και πολιτικό σύστημα δεν τους εκπροσωπεί;
Μια βασική εξήγηση βρίσκεται στη διάσταση μεταξύ των στόχων της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής και των καθημερινών αναγκών των πολιτών.
Εδώ και χρόνια, η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική σταθερότητα, στην ανταγωνιστικότητα, στην ενιαία αγορά και στη χρηματοοικονομική πειθαρχία.
Πρόκειται για στόχους που έχουν τη δική τους οικονομική λογική, αλλά δεν εγγυώνται αυτομάτως κοινωνική ευημερία.
Η ακρίβεια, η επισφάλεια στην εργασία, η στεγαστική κρίση και οι πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες αποκαλύπτουν τα όρια αυτής της προσέγγισης.
Η ίδια η ευρωπαϊκή έρευνα κοινής γνώμης επιβεβαιώνει το μέγεθος του προβλήματος.
Τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι όλοι οι Ευρωπαίοι απορρίπτουν την ΕΕ.
Αντίθετα, καταγράφεται ταυτόχρονα σημαντική εκτίμηση για τον σταθεροποιητικό ρόλο της Ένωσης.
Αποδεικνύουν, όμως, ότι η οικονομική ανασφάλεια αποτελεί πλέον κεντρικό πολιτικό πρόβλημα, το οποίο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι εθνικές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά.
Η εκτίμηση ότι συγκεκριμένες πολιτικές έχουν αποτύχει κοινωνικά αποκτά επομένως σοβαρή τεκμηρίωση, ακόμη κι αν η συνολική αποτίμηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης παραμένει περισσότερο σύνθετη.
Η άνοδος των πατριωτικών κομμάτων: Η δεύτερη όψη της αντισυστημικής δυσαρέσκειας, πατριωτικό τσουνάμι 23% σε 31 χώρες
Παράλληλα με τις κινητοποιήσεις, η Ευρώπη βιώνει μια μακροχρόνια μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών.
Οι παραδοσιακές κεντροδεξιές και κεντροαριστερές δυνάμεις χάνουν μέρος της ιστορικής επιρροής τους, ενώ πατριωτικά, ριζοσπαστικά δεξιά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα ενισχύουν την παρουσία τους.
Σύμφωνα με συγκριτική ανάλυση περισσότερων από 150 πολιτικών επιστημόνων σε 31 ευρωπαϊκές χώρες, η εκλογική υποστήριξη προς τα πατριωτικά κόμματα τα έχει αυξηθεί από περίπου 5% στα μέσα της δεκαετίας του 1990 σε πάνω από 23% στις πιο πρόσφατες εθνικές εκλογές που περιλαμβάνονται στην έρευνα.
Η άνοδος αυτή συνδέεται με διαφορετικούς παράγοντες: τη μετανάστευση, την εθνική ταυτότητα, την πολιτισμική ανασφάλεια, την οικονομική δυσαρέσκεια και την αντίδραση απέναντι στις πολιτικές ελίτ.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι νέοι που διαδηλώνουν στους δρόμους ταυτίζονται ιδεολογικά με τα πατριωτικά κόμματα.
Στην πραγματικότητα, πολλά από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα προέρχονται από την αριστερά, τα συνδικάτα, τον οικολογικό χώρο ή ανεξάρτητες οργανώσεις πολιτών.
Σε άλλες περιπτώσεις, η δυσαρέσκεια αποκτά συντηρητικά ή εθνικά χαρακτηριστικά.
Η κοινή συνισταμένη δεν είναι μία ενιαία ιδεολογία, αλλά η αναζήτηση εναλλακτικών μορφών πολιτικής εκπροσώπησης.
Και αυτό ίσως αποτελεί το πιο ανησυχητικό στοιχείο για τις καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις: η κοινωνική αμφισβήτηση εμφανίζεται ταυτόχρονα από διαφορετικές, ακόμη και αντίθετες, ιδεολογικές κατευθύνσεις.

Η νέα γενιά αμφισβητεί το κοινωνικό συμβόλαιο
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή πολιτική σταθερότητα βασίστηκε σε μια σιωπηρή συμφωνία: η κάθε γενιά θα μπορούσε, μέσα από την εκπαίδευση και την εργασία, να εξασφαλίσει τουλάχιστον ανάλογο βιοτικό επίπεδο με την προηγούμενη.
Σήμερα, η συμφωνία αυτή δοκιμάζεται.
Πολλοί νέοι διαθέτουν υψηλά εκπαιδευτικά προσόντα, αλλά αντιμετωπίζουν αβέβαιες επαγγελματικές προοπτικές.
Εργάζονται, αλλά δεν μπορούν να αποταμιεύσουν.
Αναζητούν ανεξαρτησία, αλλά δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία.
Ταυτόχρονα, παρακολουθούν τις κυβερνήσεις να αυξάνουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς, επικαλούμενες υπαρκτές γεωπολιτικές απειλές, ενώ οι ίδιοι διαπιστώνουν ελλείψεις στα σχολεία, στα νοσοκομεία και στις κοινωνικές υποδομές.
Η σύγκρουση αυτή δημιουργεί ένα ισχυρό αίσθημα πολιτικής αποξένωσης.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για απόρριψη της δημοκρατίας.
Σε πολλές περιπτώσεις, οι νέοι ζητούν περισσότερη δημοκρατική λογοδοσία, μεγαλύτερη διαφάνεια και ουσιαστικότερη συμμετοχή στις αποφάσεις.
Το χαρακτηριστικό παράδειγμα της Σερβίας υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: ένα κίνημα που γεννήθηκε στους δρόμους κατόρθωσε να εκφράσει τη δυσαρέσκεια μέσα από τις κάλπες.
Η Ευρώπη μπροστά σε μια ιστορική πολιτική δοκιμασία
Η σημερινή αναταραχή δεν σημαίνει ότι επίκειται πανευρωπαϊκή κατάρρευση ή ότι όλες οι κυβερνήσεις θα ηττηθούν εκλογικά.
Ούτε οι κινητοποιήσεις συγκροτούν ένα ενιαίο, συντονισμένο επαναστατικό κίνημα.
Ωστόσο, η ταυτόχρονη εμφάνιση τόσο πολλών εστιών κοινωνικής δυσαρέσκειας δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη συγκυρία.
Αναδεικνύει μια βαθιά αντίφαση: η Ευρώπη διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, σημαντικούς οικονομικούς πόρους και υψηλό επίπεδο ανάπτυξης, αλλά αυξανόμενα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι δεν συμμετέχουν ισότιμα στα οφέλη αυτής της ανάπτυξης.
Η κρίση εκπροσώπησης μπορεί να εκφραστεί με εκλογικές ανατροπές, νέους πολιτικούς σχηματισμούς, κοινωνικά κινήματα ή ενίσχυση των πατριωτικών κομμάτων.
Κανένα από αυτά τα φαινόμενα δεν αποτελεί από μόνο του λύση.
Όλα, όμως, δημιουργούν σοβαρή πίεση για αλλαγή των πολιτικών προτεραιοτήτων.
Το πραγματικό δίλημμα για την ΕΕ και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι αν θα αντιμετωπίσουν τις κινητοποιήσεις πρωτίστως ως ζήτημα δημόσιας τάξης ή ως προειδοποίηση ότι απαιτείται διαφορετική κοινωνική και οικονομική πολιτική.
Η καταστολή της βίας και η προστασία της δημόσιας ασφάλειας αποτελούν θεμιτές υποχρεώσεις των κυβερνήσεων.
Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν αποτελεσματικές πολιτικές για τη στέγαση, την εργασία, την εκπαίδευση και τη λογοδοσία.
Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει μόνο μια εξέγερση της νεολαίας.
Αντιμετωπίζει την αμφισβήτηση της ίδιας της υπόσχεσης πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η μεταπολεμική της σταθερότητα: ότι η δημοκρατία και η οικονομική ανάπτυξη θα εξασφαλίζουν σε κάθε νέα γενιά ένα καλύτερο μέλλον.
Όσο αυτή η υπόσχεση παραμένει ανεκπλήρωτη για εκατομμύρια πολίτες, τόσο θα ενισχύεται η αναζήτηση πολιτικών διεξόδων έξω από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς.
Η εκλογική ανατροπή στη Σερβία, οι διαδηλώσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και η άνοδος των εθνικιστικών δυνάμεων δεν είναι ταυτόσημα φαινόμενα.
Αποτελούν, όμως, διαφορετικές ενδείξεις μιας ευρύτερης αλλαγής: η πολιτική συναίνεση που θεωρούνταν δεδομένη έχει αρχίσει να υποχωρεί.
Και το σημαντικότερο μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές ηγεσίες είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αρκείται πλέον στην καταγραφή των προβλημάτων.
Απαιτεί αποτελέσματα, λογοδοσία και πραγματική πολιτική αλλαγή.
www.bankingnews.gr
Οι δρόμοι γεμίζουν από νέους ανθρώπους που δεν πιστεύουν πλέον ότι οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να τους προσφέρουν μια καλύτερη ζωή.
Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενη κοινωνική πίεση, ενώ οι πολιτικές ισορροπίες που κυριάρχησαν επί δεκαετίες εμφανίζουν ολοένα μεγαλύτερες ρωγμές.
Το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο η έκταση των κινητοποιήσεων, αλλά η γεωγραφική και κοινωνική τους διασπορά.
Από τα Βαλκάνια έως τη Δυτική Ευρώπη και από τις μεσογειακές χώρες μέχρι τα οικονομικά κέντρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταγράφονται διαφορετικές εκφράσεις μιας κοινής αγωνίας: ότι η οικονομική πρόοδος δεν μεταφράζεται πλέον σε κοινωνική ασφάλεια και πραγματικές ευκαιρίες για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η ισπανική El País, μεταξύ 15 Σεπτεμβρίου και 23 Οκτωβρίου καταγράφηκαν τουλάχιστον 177 κινητοποιήσεις σε δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες, με ιδιαίτερα έντονη παρουσία νέων, φοιτητών και εργατικών συνδικάτων.
Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία και στο Βέλγιο αντιπροσώπευαν περίπου το 80% των καταγεγραμμένων δράσεων.
Το γεγονός αυτό επιτρέπει μια κρίσιμη πολιτική εκτίμηση: η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη όχι απλώς με κρίση κυβερνήσεων, αλλά με κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης.
Σερβία: Όταν η εξέγερση μετατρέπεται σε εκλογική ανατροπή
Η πιο εντυπωσιακή απόδειξη της δυνατότητας των κοινωνικών κινημάτων να ανατρέψουν παγιωμένες πολιτικές ισορροπίες προέρχεται από τη Σερβία.
Στις πρόωρες κοινοβουλευτικές εκλογές της 25ης Οκτωβρίου, το φοιτητικό κίνημα, το οποίο αναπτύχθηκε έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια διαδηλώσεων, πέτυχε μια ιστορική νίκη απέναντι στο πολιτικό σύστημα του Aleksandar Vučić.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, με σχεδόν το 99% των ψήφων καταμετρημένο, η υποστηριζόμενη από τους φοιτητές εκλογική λίστα συγκέντρωνε 52,7%, εξασφαλίζοντας 139 από τις 250 κοινοβουλευτικές έδρες. Ο κυβερνητικός συνασπισμός περιοριζόταν στο 39,2% και στις 97 έδρες.
Οι κινητοποιήσεις είχαν ξεκινήσει μετά την κατάρρευση στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Novi Sad, τον Νοέμβριο του 2024, που στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους.
Σταδιακά, η αρχική απαίτηση για λογοδοσία μετατράπηκε σε ευρύτερη αμφισβήτηση της διαφθοράς, των κρατικών μηχανισμών και της συγκέντρωσης εξουσίας.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Το κίνημα δεν στηρίχθηκε αρχικά στους μηχανισμούς των παραδοσιακών κομμάτων.
Δημιουργήθηκε μέσα από τα πανεπιστήμια και κατάφερε να προσελκύσει πολίτες διαφορετικών ηλικιών και πολιτικών αντιλήψεων.
Η Σερβία δεν αποτελεί κράτος-μέλος της ΕΕ και η εκλογική αυτή ανατροπή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις πολιτικές των Βρυξελλών. Αποτελεί, ωστόσο, ισχυρό παράδειγμα της αποδυνάμωσης της εμπιστοσύνης σε εδραιωμένα πολιτικά συστήματα.
Το μήνυμα είναι σαφές: η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να ξεπεράσει το επίπεδο της διαμαρτυρίας και να μετατραπεί σε δύναμη ριζικής πολιτικής αλλαγής.

Γαλλία: Η κοινωνική οργή ξεπερνά τα πανεπιστήμια και τα σχολεία
Στη Γαλλία, οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν από την εκπαίδευση, αλλά γρήγορα εξελίχθηκαν σε ευρύτερη κοινωνική αμφισβήτηση.
Οι μαθητές διαμαρτυρήθηκαν για την έλλειψη εκπαιδευτικών, την υποβάθμιση των σχολικών εγκαταστάσεων και τις δυσκολίες πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
Στη συνέχεια, οι κινητοποιήσεις συνδέθηκαν με την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς, τις συντάξεις και το αυξημένο κόστος των καυσίμων.
Η μαζικότητα των διαδηλώσεων αποκάλυψε ότι οι δυσαρεστημένοι δεν περιορίζονται στη νεολαία.
Εργαζόμενοι, συνδικαλιστικές οργανώσεις και πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας αναγνωρίζουν κοινά προβλήματα στην καθημερινότητά τους.
Παράλληλα, ορισμένες κινητοποιήσεις συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια, καταστροφές και συγκρούσεις με την αστυνομία, γεγονός που προκάλεσε εκτεταμένες επιχειρήσεις ασφαλείας.
Είναι σημαντικό, ωστόσο, να μη συγχέεται το σύνολο των διαδηλωτών με όσους συμμετείχαν σε βίαιες ενέργειες.
Η γαλλική περίπτωση αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: η πολιτική αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης.
Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αμφισβητεί τη δυνατότητα ολόκληρου του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες.

Βέλγιο και Ιταλία: Η λιτότητα, οι κοινωνικές περικοπές και η αμφισβήτηση των κυβερνήσεων
Στο Βέλγιο, οι μαθητικές κινητοποιήσεις συνδέθηκαν με αντιδράσεις για τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και τις δημοσιονομικές περικοπές. Στις κινητοποιήσεις προστέθηκαν εργατικά συνδικάτα και άλλες κοινωνικές ομάδες, διαμαρτυρόμενες για την κυβερνητική οικονομική πολιτική.
Η ιδιαίτερη σημασία του Βελγίου βρίσκεται στο γεγονός ότι φιλοξενεί τους σημαντικότερους θεσμούς της ΕΕ.
Οι κοινωνικές αντιδράσεις στην ίδια τη χώρα όπου βρίσκεται το διοικητικό κέντρο της Ένωσης αναδεικνύουν τη δυσκολία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να συνδυάσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία με την κοινωνική προστασία.
Στην Ιταλία, οι διαδηλώσεις στρέφονται εναντίον της ακρίβειας, της υποχρηματοδότησης της δημόσιας εκπαίδευσης, της εργασιακής ανασφάλειας και της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών.
Εδώ εμφανίζεται μια σημαντική πολιτική αντίφαση.
Η κυβέρνηση της Giorgia Meloni προέρχεται από την εθνικιστική δεξιά, η οποία ενισχύθηκε μέσα από τη δυσαρέσκεια προς τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ.
Ωστόσο, τώρα η ίδια αντιμετωπίζει κοινωνικά κινήματα που αμφισβητούν τις επιλογές της.
Αυτό αποδεικνύει ότι η κρίση εκπροσώπησης δεν περιορίζεται στις κεντρώες, σοσιαλδημοκρατικές ή φιλελεύθερες κυβερνήσεις.
Μπορεί να επηρεάζει και πολιτικές δυνάμεις που αναδείχθηκαν με αντισυστημική ρητορική, όταν οι κυβερνητικές τους πολιτικές δεν ανταποκρίνονται στις κοινωνικές προσδοκίες.

Ισπανία και Πορτογαλία: Μια γενιά που αδυνατεί να αποκτήσει σπίτι
Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία κοινωνικής αντιπαράθεσης.
Για πολλούς νέους εργαζομένους, ακόμη και η πλήρης απασχόληση δεν εξασφαλίζει τη δυνατότητα ανεξάρτητης διαβίωσης.
Τα ενοίκια απορροφούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων, ενώ η αγορά κατοικίας μοιάζει όλο και πιο απρόσιτη.
Οι διαδηλώσεις, οι κατασκηνώσεις διαμαρτυρίας και οι διεκδικήσεις προστασίας από τις εξώσεις αναδεικνύουν μια σύγκρουση που ξεπερνά το στεγαστικό ζήτημα.
Αμφισβητείται η ίδια η υπόσχεση κοινωνικής κινητικότητας πάνω στην οποία στηρίχθηκε η μεταπολεμική ευρωπαϊκή ανάπτυξη.
Οι προηγούμενες γενιές μπορούσαν, υπό ευνοϊκότερες συνθήκες, να συνδέσουν την εργασία με την απόκτηση κατοικίας και τη δημιουργία οικογένειας.
Για πολλούς σημερινούς νέους, αυτή η διαδρομή δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Η εξέλιξη αυτή πλήττει τη νομιμοποίηση των κυβερνήσεων ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους ταυτότητα.
Όταν η οικονομία εμφανίζεται να αναπτύσσεται αλλά οι πολίτες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν βασικές συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες χάνουν μεγάλο μέρος της πολιτικής τους αξίας.

Αλβανία: Η διαφθορά ως καταλύτης της εξέγερσης
Στην Αλβανία, οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις εναντίον του πρωθυπουργού Edi Rama επικεντρώνονται σε καταγγελίες διαφθοράς, στην ανεργία και στην κατάσταση της εκπαίδευσης.
Οι νέοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, ενώ οι κινητοποιήσεις έχουν εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προκλήσεις για την κυβέρνηση.
Η Αλβανία, όπως και η Σερβία, βρίσκεται εκτός ΕΕ, αλλά η δυσαρέσκεια εκδηλώνεται μέσα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον οικονομικής ανασφάλειας και χαμηλής εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς.
Το κοινό στοιχείο είναι η αντίληψη ότι το κράτος δεν λειτουργεί πάντοτε προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά επηρεάζεται υπερβολικά από ισχυρά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.
Αυτή η αντίληψη, είτε επιβεβαιώνεται πλήρως είτε όχι σε κάθε επιμέρους περίπτωση, αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες πολιτικής αποσταθεροποίησης.
Η αποτυχία του ευρωπαϊκού μοντέλου: Ανάπτυξη χωρίς κοινωνική προοπτική;
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αναπόφευκτο: γιατί τόσοι νέοι άνθρωποι αισθάνονται ότι το οικονομικό και πολιτικό σύστημα δεν τους εκπροσωπεί;
Μια βασική εξήγηση βρίσκεται στη διάσταση μεταξύ των στόχων της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής και των καθημερινών αναγκών των πολιτών.
Εδώ και χρόνια, η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική σταθερότητα, στην ανταγωνιστικότητα, στην ενιαία αγορά και στη χρηματοοικονομική πειθαρχία.
Πρόκειται για στόχους που έχουν τη δική τους οικονομική λογική, αλλά δεν εγγυώνται αυτομάτως κοινωνική ευημερία.
Η ακρίβεια, η επισφάλεια στην εργασία, η στεγαστική κρίση και οι πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες αποκαλύπτουν τα όρια αυτής της προσέγγισης.
Η ίδια η ευρωπαϊκή έρευνα κοινής γνώμης επιβεβαιώνει το μέγεθος του προβλήματος.
Τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι όλοι οι Ευρωπαίοι απορρίπτουν την ΕΕ.
Αντίθετα, καταγράφεται ταυτόχρονα σημαντική εκτίμηση για τον σταθεροποιητικό ρόλο της Ένωσης.
Αποδεικνύουν, όμως, ότι η οικονομική ανασφάλεια αποτελεί πλέον κεντρικό πολιτικό πρόβλημα, το οποίο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι εθνικές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά.
Η εκτίμηση ότι συγκεκριμένες πολιτικές έχουν αποτύχει κοινωνικά αποκτά επομένως σοβαρή τεκμηρίωση, ακόμη κι αν η συνολική αποτίμηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης παραμένει περισσότερο σύνθετη.
Η άνοδος των πατριωτικών κομμάτων: Η δεύτερη όψη της αντισυστημικής δυσαρέσκειας, πατριωτικό τσουνάμι 23% σε 31 χώρες
Παράλληλα με τις κινητοποιήσεις, η Ευρώπη βιώνει μια μακροχρόνια μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών.
Οι παραδοσιακές κεντροδεξιές και κεντροαριστερές δυνάμεις χάνουν μέρος της ιστορικής επιρροής τους, ενώ πατριωτικά, ριζοσπαστικά δεξιά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα ενισχύουν την παρουσία τους.
Σύμφωνα με συγκριτική ανάλυση περισσότερων από 150 πολιτικών επιστημόνων σε 31 ευρωπαϊκές χώρες, η εκλογική υποστήριξη προς τα πατριωτικά κόμματα τα έχει αυξηθεί από περίπου 5% στα μέσα της δεκαετίας του 1990 σε πάνω από 23% στις πιο πρόσφατες εθνικές εκλογές που περιλαμβάνονται στην έρευνα.
Η άνοδος αυτή συνδέεται με διαφορετικούς παράγοντες: τη μετανάστευση, την εθνική ταυτότητα, την πολιτισμική ανασφάλεια, την οικονομική δυσαρέσκεια και την αντίδραση απέναντι στις πολιτικές ελίτ.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι νέοι που διαδηλώνουν στους δρόμους ταυτίζονται ιδεολογικά με τα πατριωτικά κόμματα.
Στην πραγματικότητα, πολλά από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα προέρχονται από την αριστερά, τα συνδικάτα, τον οικολογικό χώρο ή ανεξάρτητες οργανώσεις πολιτών.
Σε άλλες περιπτώσεις, η δυσαρέσκεια αποκτά συντηρητικά ή εθνικά χαρακτηριστικά.
Η κοινή συνισταμένη δεν είναι μία ενιαία ιδεολογία, αλλά η αναζήτηση εναλλακτικών μορφών πολιτικής εκπροσώπησης.
Και αυτό ίσως αποτελεί το πιο ανησυχητικό στοιχείο για τις καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις: η κοινωνική αμφισβήτηση εμφανίζεται ταυτόχρονα από διαφορετικές, ακόμη και αντίθετες, ιδεολογικές κατευθύνσεις.

Η νέα γενιά αμφισβητεί το κοινωνικό συμβόλαιο
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή πολιτική σταθερότητα βασίστηκε σε μια σιωπηρή συμφωνία: η κάθε γενιά θα μπορούσε, μέσα από την εκπαίδευση και την εργασία, να εξασφαλίσει τουλάχιστον ανάλογο βιοτικό επίπεδο με την προηγούμενη.
Σήμερα, η συμφωνία αυτή δοκιμάζεται.
Πολλοί νέοι διαθέτουν υψηλά εκπαιδευτικά προσόντα, αλλά αντιμετωπίζουν αβέβαιες επαγγελματικές προοπτικές.
Εργάζονται, αλλά δεν μπορούν να αποταμιεύσουν.
Αναζητούν ανεξαρτησία, αλλά δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία.
Ταυτόχρονα, παρακολουθούν τις κυβερνήσεις να αυξάνουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς, επικαλούμενες υπαρκτές γεωπολιτικές απειλές, ενώ οι ίδιοι διαπιστώνουν ελλείψεις στα σχολεία, στα νοσοκομεία και στις κοινωνικές υποδομές.
Η σύγκρουση αυτή δημιουργεί ένα ισχυρό αίσθημα πολιτικής αποξένωσης.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για απόρριψη της δημοκρατίας.
Σε πολλές περιπτώσεις, οι νέοι ζητούν περισσότερη δημοκρατική λογοδοσία, μεγαλύτερη διαφάνεια και ουσιαστικότερη συμμετοχή στις αποφάσεις.
Το χαρακτηριστικό παράδειγμα της Σερβίας υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: ένα κίνημα που γεννήθηκε στους δρόμους κατόρθωσε να εκφράσει τη δυσαρέσκεια μέσα από τις κάλπες.
Η Ευρώπη μπροστά σε μια ιστορική πολιτική δοκιμασία
Η σημερινή αναταραχή δεν σημαίνει ότι επίκειται πανευρωπαϊκή κατάρρευση ή ότι όλες οι κυβερνήσεις θα ηττηθούν εκλογικά.
Ούτε οι κινητοποιήσεις συγκροτούν ένα ενιαίο, συντονισμένο επαναστατικό κίνημα.
Ωστόσο, η ταυτόχρονη εμφάνιση τόσο πολλών εστιών κοινωνικής δυσαρέσκειας δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη συγκυρία.
Αναδεικνύει μια βαθιά αντίφαση: η Ευρώπη διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, σημαντικούς οικονομικούς πόρους και υψηλό επίπεδο ανάπτυξης, αλλά αυξανόμενα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι δεν συμμετέχουν ισότιμα στα οφέλη αυτής της ανάπτυξης.
Η κρίση εκπροσώπησης μπορεί να εκφραστεί με εκλογικές ανατροπές, νέους πολιτικούς σχηματισμούς, κοινωνικά κινήματα ή ενίσχυση των πατριωτικών κομμάτων.
Κανένα από αυτά τα φαινόμενα δεν αποτελεί από μόνο του λύση.
Όλα, όμως, δημιουργούν σοβαρή πίεση για αλλαγή των πολιτικών προτεραιοτήτων.
Το πραγματικό δίλημμα για την ΕΕ και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι αν θα αντιμετωπίσουν τις κινητοποιήσεις πρωτίστως ως ζήτημα δημόσιας τάξης ή ως προειδοποίηση ότι απαιτείται διαφορετική κοινωνική και οικονομική πολιτική.
Η καταστολή της βίας και η προστασία της δημόσιας ασφάλειας αποτελούν θεμιτές υποχρεώσεις των κυβερνήσεων.
Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν αποτελεσματικές πολιτικές για τη στέγαση, την εργασία, την εκπαίδευση και τη λογοδοσία.
Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει μόνο μια εξέγερση της νεολαίας.
Αντιμετωπίζει την αμφισβήτηση της ίδιας της υπόσχεσης πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η μεταπολεμική της σταθερότητα: ότι η δημοκρατία και η οικονομική ανάπτυξη θα εξασφαλίζουν σε κάθε νέα γενιά ένα καλύτερο μέλλον.
Όσο αυτή η υπόσχεση παραμένει ανεκπλήρωτη για εκατομμύρια πολίτες, τόσο θα ενισχύεται η αναζήτηση πολιτικών διεξόδων έξω από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς.
Η εκλογική ανατροπή στη Σερβία, οι διαδηλώσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και η άνοδος των εθνικιστικών δυνάμεων δεν είναι ταυτόσημα φαινόμενα.
Αποτελούν, όμως, διαφορετικές ενδείξεις μιας ευρύτερης αλλαγής: η πολιτική συναίνεση που θεωρούνταν δεδομένη έχει αρχίσει να υποχωρεί.
Και το σημαντικότερο μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές ηγεσίες είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αρκείται πλέον στην καταγραφή των προβλημάτων.
Απαιτεί αποτελέσματα, λογοδοσία και πραγματική πολιτική αλλαγή.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών